Η Μεγάλη Θεά Φύσις

 
 
  Αυτό που καθιστά την Αρτέμιδα μία από τις μεγαλύτερες θέαινες του ελληνικού κόσμου δεν είναι μόνον ο ατίθασος χαρακτήρας της και η άμεση συγγένειά της προς τον Πατέρα Αθανάτων και θνητών, τον Δία του οποίου είναι θυγατέρα, αλλά και η συχνότατη ταύτισή της προς την Μεγάλη Μητέρα Φύση. [....]  
  Ένας γαλάτης στοχαστής, ποιητής και φυσικός επιστήμονας, ο Λουί Μενάρ, στο έργο του "Περί της ελληνικής Πολυθεΐας" παρουσίασε μία ολοκληρωμένη σύλληψη της φύσης και του έργου της Μεγάλης Θεάς: "Το θηλυκό αντίστοιχο του Απόλλωνος είναι η Άρτεμις, η αδελφή του, θυγατέρα του Διός και της Λητούς, του Ουρανού και της Νυκτός, που θα πρέπει να ελατρεύθη αρχικώς ως Σεληνιακή θεότης. Το όνομά της σημαίνει μάλλον την ανέπαφη ολότητα και δηλώνει συγχρόνως το γεμάτο φεγγάρι (πανσέληνος) και την αγνότητα. Τα συνήθη σύμβολά της, το τόξο, η φαρέτρα και η δας παραπέμπουν συγχρόνως στο φως και το κυνήγι. Η ημισέληνος είναι το τόξο της νυκτερινής παρθένου, της ατίθασης κυνηγού που διασχίζει τρέχοντας τους μεγάλους ίσκιους και διευθύνει τον χορό των αστεριών την ώρα που τα άγρια θηρία εγκαταλείπουν τα καταφύγιά τους και που οι ωχρές σεληνιακές αχτίδες φωτίζουν με ασημένια λάμψη τα πυκνά φυλλώματα των δένδρων. Στο πλευρό της τρέχει γοργά το ιερό ελάφι με τα χρυσά κέρατα, άλλο ένα σύμβολο της Σελήνης που γεμίζει. Γοργή και η ίδια ως έλαφος, υπερήφανη για την ανυπότακτη παρθενία της, βοηθά ωστόσο τις γυναίκες να γεννήσουν τα τέκνα τους αφού είναι το γέμισμα του φεγγαριού που διανοίγει στα όντα τις πύλες του βίου, κι ύστερα τρέφει αυτά τα τέκνα, τα άγει προς την ενηλικίωση και κατόπιν προς το γήρας και τον θάνατο. Οι μυστηριακές επιρροές του φεγγαριού εξηγούν τον διττό χαρακτήρα της που είναι, για τους θνητούς, ευεργετικός και θανάσιμος συγχρόνως: όπως ο αδελφός της, συντηρεί την ζωή αλλά σκοτώνει επίσης, όμως τα βέλη της σκοτώνουν ακαριαίως, χωρίς οδύνες, χωρίς τα όντα να υποφέρουν. Στην τέχνη, αναπαρίσταται κυρίως ως προσωποποίηση του νεανικού σφρίγους. Γρήγορη, ανάλαφρη, ενδεδυμένη άλλοτε μακρύ χιτώνα, άλλοτε, όπως στο άγαλμα του Λούβρου, κοντό ιμάτιο που σφίγγει τη μέση της με μία ζώνη, φορώντας κρητικά σανδάλια, με την κώμη ανασηκωμένη και ατημέλητη, βαδίζει με μεγάλα βήματα κρατώντας στο χέρι το τόξο και έχοντας την φαρέτρα στον ώμο της, στρέφει το κεφάλι μια μία ζωηρή κίνηση και αναδίδει τον αναζωογονητικό αιθέρα των δρυμών.

Άρτεμις Εφεσία

 
Κομψή, με λεπτά αλλά δυνατά πόδια, με το κεφάλι ελαφρώς ανασηκωμένο ώστε να φαίνεται ο πάλλευκος λαιμός της, είναι η αυστηρή παρθένος που επιβλέπει την σκληρή εκπαίδευση των εφήβων, είναι η κουροτρόφος Θεά. Ανάμεσα σε αυτήν και τον αδελφό της μαντεύουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ολοδιάφανη λάμψη της ημέρας και τις αγνές αστρικές λάμψεις της νύκτας".
  Η Άρτεμις είναι το σκοτεινό και υγρό ρίγος των δρυμών, η μαρμαρυγή των άστρων, η λαχανιαστή ανάσα των θηρίων που άλλοτε την πλησιάζουν για να αγγίξουν με το τρίχωμά τους τον φτιαγμένο από φως και αιθέρα χιτώνα της και άλλοτε ματαίως τρέχουν να σωθούν από το αλάθητό της τόξο. Αυτή κάνει τις κόρες να αναπηδούν αλαφιασμένες από τις κλίνες τους και να τρέχουν μέσα στη νύκτα για να ερωτήσουν τη Σελήνη... Επάνω στη θάλασσα χαράζει την ατραπό του φεγγαριού, χρυσή βροχή στο αργυροκύανο ύδωρ, που όποιος την ακολουθήσει ανακαλύπτει κόσμους νέους, διαβαίνει τις αόρατες πύλες που χωρίζουν τον ουρανό από το πέλαγος και διασχίζει γαλαξίες άγνωστους, ονειρογέννητους. Μαζί με τον ξανθό αδελφό της, τον ωραίο και ευγενή Απόλλωνα, υπόσχονται την αιωνία εναλλαγή της ημέρας και της νύκτας μέσα στην ενοποιούσα ακινησία του Παρόντος. Είναι το κλαύμα που χαρίζει την πρώτη ανάσα στα νεογέννητα τέκνα των θνητών: "ΚΛΑΥΣΑ ΤΕ ΚΑΙ ΚΩΚΥΣΑ ΙΔΩΝ ΑΣΥΝΗΘΕΑ ΧΩΡΟΝ", έκλαυσα και εθρήνησα όταν είδα ασυνήθιστο χώρο, έγραφε ο Εμπεδοκλής εννοώντας τον πρώτο θρήνο των νεογνών που εξέρχονται από της μήτρας τα οικεία σκότη προς το άγνωστο, δεινό φως του κόσμου των θνητών. Είναι ακόμη το ηχηρό γέλιο της λεχώνας που πρωτοφέρει στον μαστό της το νεογέννητο βρέφος: ένα γέλιο που φωτίζει το Είναι. Επάνω στα όρη, μέσα στους δρυμούς, είναι ο αγώνας και η ιερή αγωνία του νεογέννητου ελαφιού να πρωτοσταθεί στα πόδια του, υπό το τρυφερό βλέμμα της δικής του μητέρας. Είναι η άγρια σκέψη, ο άγριος βίος, οι πρωτόγονοι άνθρωποι των δρυμών, αλλά είναι συγχρόνως ο πρώτος θεσμός, το πρώτο θεμέλιο της κοινοτικής ζωής, διότι είναι η Θεά της φυλετικής μύησης των εφήβων. Είναι Θεά Κουροτρόφος με πολλούς μαστούς, είναι Αμαζόνα, είναι Θεά της Ειρήνης και Θεά του Πολέμου διότι το κυνήγι αποτελεί μία δραστηριότητα ειρηνική και πολεμική συγχρόνως: ειρηνική επειδή έχει να κάνει με τη διατροφή και οι άνδρες της φυλής φεύγουν για το κυνήγι όταν δεν είναι αναγκασμένοι να φύγουν για τη μάχη, πολεμική επειδή και το κυνήγι είναι μάχη, είναι ένας πόλεμος με το θήραμα. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι το κυνήγι, έτσι όπως το διεξήγαγαν κατά την αρχαιότητα, αποτελούσε μία κανονική μάχη κατά την οποίαν το θήραμα είχε πάντοτε μία δυνατότητα να ξεφύγει όπως και υπήρχε πάντοτε η πιθανότητα του θανάσιμου τραυματισμού του θηρευτή· ουδεμία σχέσις υπάρχει δηλαδή με αυτό που συμβαίνει σήμερα (στις περισσότερες κοινωνίες, τις ακατανοήτως χαρακτηριζόμενες ως "πολιτισμένες") όπου ένα πλήθος ανεγκέφαλων βαρβάρων εξοπλισμένων με όπλα που τους επιτρέπουν να φονεύουν από πολύ μεγάλες αποστάσεις οτιδήποτε κινείται, επιδίδονται σε μία δολοφονική και οικολογικώς ανεπίτρεπτη πια δραστηριότητα, με σκοπό όχι πια την εξασφάλιση της τροφής αλλά απλώς και μόνον την χαμηλού επιπέδου διασκέδασή τους.
Άλλοτε παραστάτις των τοκετών και άλλοτε φύλακας της αγνότητας των κοριτσιών, η Άρτεμις είναι αυτή η οποία ενοποιεί την πολλαπλότητα και διαφοροποιεί την ενότητα οδηγώντας όμως τελικώς τα πάντα στο Ένα που είναι το Είναι. Είναι αυτή που εξαγνίζει διότι το Είναι είναι το κατ' εξοχήν αγνό, το κατ' εξοχήν αγαθό. Στα Ελευσίνια Μυστήρια κρατά αναμμένη τη δάδα της. Στους δρυμούς αναστενάζει με τον Άνεμο. Είναι πάντοτε Αυτή, της Λητούς η σεμνή και άγρια θυγατέρα, του Διός το αδάμαστο τέκνο. Είναι το φευγαλέο άρωμα του Παρόντος, η ακινησία πίσω από την εναλλαγή των εποχών, ο μόνος αληθινός χρόνος που είναι η αρχή, δηλαδή η διάνοιξη της δυνατότητας των όντων να είναι. Είναι αυτή η οποία καταργεί το (τόσο αυθαίρετο και τόσο ασαφές) όριο ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα, αυτή η οποία, ούσα καθάριο ήθος και αρετή, περιγελά τις ηθικές που τόσο αστόχαστα επινοούν οι άνθρωποι για να λησμονούν ακόμη περισσότερο το Είναι. Όπως ο Ήλιος την ημέρα, έτσι κι εκείνη βλέπει την νύκτα τα πάντα. Είναι η νυκτερινή βλάστηση των σπόρων, ο ήχος του βλαστού που ανορθώνεται, η ζωογόνος υγρασία. Είναι η αιωνία νεότης και ο αέναος θάνατος που αναγεννά την ζωή μέσα στην ακινησία του Είναι.
Ας μην έχουμε, λοιπόν, σκοτεινή γνώμη για τους Θεούς. Γνωρίζοντας την φύση της Αρτέμιδος αλλά και όλων των Αθανάτων δύναται ο θνητός νους να κατανοήσει και τη δική του φύση όπως επίσης τη λειτουργία και τους Νόμους που διέπουν τον Κόσμο. "Οι Έλληνες Θεοί", γράφει ο Βλάσης Ρασσιάς, "δεν είναι μήτε θεοποιημένοι θνητοί, όπως δεν είναι επίσης χαριτωμένα ή απλώς ευφυή σύμβολα ή αρχέτυπα, αλλά αντίθετα ήσαν, είναι και φυσικά στην αιωνιότητα θα συνεχίσουν να είναι, πανταχού παρούσες και παντοδύναμες Κοσμικές Ενέργειες και ζώσες Οντότητες και Ιδέες που αποκαλύπτονται σε όλο τους το μεγαλείο στους θρησκευτές τους, σε κάθε στιγμή της καθημερινής ζωής, αρκεί βεβαίως εκείνοι να διαθέτουν την πρέπουσα Αρετή και διαύγεια Ψυχής".
Οι Αθάνατοι Θεοί, όπως τους συνέλαβε ο ελληνικός πολιτισμός, είναι παρόντες στο πλευρό των ανθρώπων την κάθε στιγμή του βίου τους· παρευρίσκονται με προσήνεια στα συμπόσια των θνητών και είναι παραστάτες τους παντοτινοί. Από το φερέσβιο χώμα όπου θάλλουν της ζωής οι βλαστοί έως τα ουράνια σώματα, τους αστέρες, τους πλανήτες και τους Ηλίους, τα ηλιακά συστήματα και τους γαλαξίες, ακούγεται η ιερά φωνή του Είναι να υμνεί, στην αιωνιότητα, τους Αθανάτους Φίλους μας:
 
  "ΑΡΤΕΜΙΝ ΥΜΝΕΙ ΜΟΥΣΑ ΚΑΣΙΓΝΗΤΗΝ ΕΚΑΤΟΙΟ,
ΠΑΡΘΕΝΟΝ ΙΟΧΕΑΙΡΑΝ, ΟΜΟΤΡΟΦΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ,
Η Θ' ΙΠΠΟΥΣ ΑΡΣΑΣΑ ΒΑΘΥΣΧΟΙΝΟΙΟ ΜΕΛΗΤΟΣ
ΡΙΜΦΑ ΔΙΑ ΣΜΥΡΝΗΣ ΠΑΓΧΡΥΣΕΟΝ ΑΡΜΑ ΔΙΩΚΕΙ
ΕΣ ΚΛΑΡΟΝ ΑΜΠΕΛΟΕΣΣΑΝ, ΟΘ' ΑΡΓΥΡΟΤΟΞΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ
ΗΣΤΑΙ ΜΙΜΝΑΖΩΝ ΕΚΑΤΗΒΟΛΟΝ ΙΟΧΕΑΙΡΑΝ.
ΚΑΙ ΣΥ ΜΕΝ ΟΥΤΩΩ ΧΑΙΡΕ ΘΕΑΙ Θ' ΑΜΑ ΠΑΣΑΙ ΑΟΙΔΗ·
ΑΥΤΑΡ ΕΓΩ ΣΕ ΠΡΩΤΑ ΚΑΙ ΕΚ ΣΕΘΕΝ ΑΡΧΟΜ' ΑΕΙΔΕΙΝ,
ΣΕΥ Δ' ΕΓΩ ΑΡΞΑΜΕΝΟΣ ΜΕΤΑΒΗΣΟΜΑΙ ΑΛΛΟΝ ΕΣ ΥΜΝΟΝ"
 


(: "Την Άρτεμιν ύμνησε Μούσα, την αδελφή του Εκάτου
την τοξότρια παρθένο, ομογάλακτη του Απόλλωνος,
που αφού τους ίππους ξεδιψάσει στον Μέλητα με τους πολλούς σχίνους,
γοργά το ολόχρυσό της άρμα από τη Σμύρνη οδηγεί
έως την αμπελόφυτη Κλάρο, όπου ευρίσκεται ο αργυρότοξος Απόλλων
αναμένοντας εκεί την αλάθευτη τοξότρια.
Χαίρε Θεά και μαζί σου ας χαίρουν όλες οι Θεές·
όμως εγώ από εσένα να υμνώ αρχίζω
κι' αφού με το άσμα μου σε υμνήσω θα περάσω σε άλλον ύμνο").

 
     
  Ουρανία Τουτουντζή (απόσπασμα από το βιβλίο της "Περί της Θεάς Αρτέμιδος")  
     
 

© Πνευματικά δικαιώματα Ιεροπρακτικός Θίασος Δελφύς